/>

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Aληθινή παρηγοριά



Ο Θεός βλέπει από κοντά τις ταλαιπωρίες των παιδιών Του και τα παρηγορεί σαν καλός Πατέρας. Γιατί, τι νομίζεις, θέλει να βλέπει το παιδάκι Του να ταλαιπωρείται; Όλα τα βάσανά του, τα κλάματά του, τα λαμβάνει υπ’ όψιν Του και ύστερα πληρώνει. Μόνον ο Θεός δίνει στις θλίψεις την αληθινή παρηγοριά. Γι’ αυτό, άνθρωπος που δεν πιστεύει στην αληθινή ζωή, που δεν πιστεύει στον Θεό, για να Του ζητήσει το έλεός Του στις δοκιμασίες που περνάει, είναι όλο απελπισία και δεν έχει νόημα η ζωή του. Πάντα μένει αβοήθητος, απαρηγόρητος και βασανισμένος σ’ αυτήν την ζωή, αλλά καταδικάζει και αιώνια την ψυχή του.

Οι πνευματικοί όμως άνθρωποι, επειδή όλες τις δοκιμασίες τις αντιμετωπίζουν κοντά στον Χριστό, δεν έχουν δικές τους θλίψεις. Μαζεύουν τις πολλές πίκρες των άλλων, αλλά παράλληλα μαζεύουν και την πολλή αγάπη του Θεού. Όταν ψάλλω το τροπάριο «Μη καταπιστεύσεις με ανθρωπίνη προστασία, Παναγία Δέσποινα», καμιά φορά σταματώ στο «αλλά δέξαι δέησιν του ικέτου σου...». Αφού δεν έχω θλίψη, πως να πω «θλίψις γαρ έχει με, φέρειν ου δύναμαι»9; Ψέματα να πω; Στην πνευματική αντιμετώπιση δεν υπάρχει θλίψη, γιατί, όταν ο άνθρωπος τοποθετηθεί σωστά, πνευματικά, όλα αλλάζουν. Αν ο άνθρωπος ακουμπήσει την πίκρα του πόνου του στον γλυκύ Ιησού, οι πίκρες και τα φαρμάκια του μεταβάλλονται σε μέλι.
Αν καταλάβει κανείς τα μυστικά της πνευματικής ζωής και τον μυστικό τρόπο με τον οποίο εργάζεται ο Θεός, παύει να στεναχωριέται για ότι του συμβαίνει, γιατί δέχεται με χαρά τα πικρά φάρμακα που του δίνει ο Θεός για την υγεία της ψυχής του. Όλα τα θεωρεί αποτελέσματα της προσευχής του, αφού ζητάει συνέχεια από τον Θεό να του λευκάνει την ψυχή. Όταν όμως οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις δοκιμασίες κοσμικά, βασανίζονται. Αφού ο Θεός όλους μας παρακολουθεί, πρέπει να παραδίνεται κανείς εν λευκώ σ’ Αυτόν. Αλλιώς είναι βάσανο• ζητάει να του έρθουν όλα, όπως εκείνος θέλει, αλλά δεν του έρχονται όλα όπως τα θέλει, και ανάπαυση δε βρίσκει.
Είτε χορτάτος είναι κανείς είτε νηστικός, είτε τον επαινούν, είτε τον αδικούν, πρέπει να χαίρεται και να τα αντιμετωπίζει όλα ταπεινά και με υπομονή. Τότε ο Θεός συνέχεια θα του δίνη ευλογίες, ώσπου να φθάσει η ψυχή του σε σημείο να μη χωράει, να μην αντέχει την καλοσύνη του Θεού. Και, όσο θα προχωράει πνευματικά, τόσο θα βλέπει την αγάπη του Θεού σε μεγαλύτερο βαθμό και θα λειώνει από την αγάπη Του.

Αντιμετώπιση του πόνου
- Γέροντα, ποιον πόνο λέτε ανυπόφορο;
- Τον πόνο που κάνει να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια! Αυτά τα δάκρυα δεν είναι ούτε μετανοίας ούτε αγαλλιάσεως• που υπάγονται; Τι λέτε;
- Μαρτύριο δεν είναι, Γέροντα;
- Εμ, μαρτύριο είναι!
- Γέροντα, όταν έχω δυνατό πόνο, δυσκολεύομαι να πω «δόξα Σοι ο Θεός».
- Γιατί δυσκολεύεσαι; Να σκέφτεσαι τι τράβηξε ο Χριστός. Ξύλο, ονειδισμούς, φραγγέλωμα, σταύρωση ! Και όλα τα υπέμεινε, «αναμάρτητος ων» , για την σωτηρία μας. Και εσύ, όταν πονάς, να λες: «Για την αγάπη Σου, Χριστέ μου, θα υπομείνω».
- Γέροντα, τι χρειάζεται για να ξεπεράσης τον πόνο;
- Παλληκαριά, βία χρειάζεται.
- Και τον ανυπόφορο πόνο πως τον αντιμετωπίζει κανείς;
- Αν είναι κοσμικός, με το τραγούδι, αν είναι πνευματικός άνθρωπος, με την ψαλμωδία... Ο πατέρας μου μια φορά είχε πυρετό και πολύ πονοκέφαλο.
Τι κάνει λοιπόν; Παίρνει και τρώει μια αλμυρή σαρδέλα, πίνει και ένα ποτήρι κρασί και άρχισε να τραγουδάη το «Ξύπνα καημένε μου ραγιά» και άλλα τραγούδια της κλεφτουριάς και έγινε καλά! Έτσι και εμείς να ψέλνουμε, για να διασκεδάζεται ο πόνος! Κι εγώ μια μέρα κρύωσα και είχα έναν πονοκέφαλο, που πήγαινε να σπάση το κεφάλι μου. Άρχισα λοιπόν μια πολύ ωραία ψαλμωδία και μου έφυγε ο πονοκέφαλος.
Πράγματι η ψαλμωδία μαζί με την ευχή πολύ βοηθάει σ’ αυτές τις περιπτώσεις• απαλαίνει την ψυχή, την γλυκαίνει, γιατί οι συνεχείς θλίψεις και οι πόνοι την καταβάλλουν και της δημιουργούν ψύξη. Και χθες βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ από τον πόνο. Είπα πως, αν δεν ξημερώσω και πεθάνω, τότε θα έχω ...μεγάλη μέρα. Στην άλλη ζωή δεν θα βραδιάζη ποτέ, ούτε θα ξημερώνη... Έπειτα πήρα ένα ...χάπι• έψαλα «Τας αλγηδόνας των Αγίων...» . 
Αυτό το ...χάπι διαρκεί όλη την νύχτα! Έχουν τέτοιο χάπι εδώ οι γιατροί;
- Γέροντα, λένε ότι την νύχτα οι πόνοι δυναμώνουν.
- Ναι, βαραίνει την νύχτα ο άνθρωπος. Ύστερα την ημέρα οι άρρωστοι, επειδή έχουν συντροφιά, συζητούν κ.λπ., ξεχνούν τον πόνο. Το βράδυ που είναι μόνοι τους, πάει ο νους τους στον πόνο και νομίζουν ότι πονούν περισσότερο. Στην αρρώστια πόνοι θα υπάρχουν, αλλά σκοπός είναι να γυρίζουμε το κουμπί σε άλλη συχνότητα, για να ξεχνιούνται. Γιατί, αν δεν αντιμετωπίζης σωστά τον πόνο, θα πονάς δυο φορές. Αν σκέφτεσαι τον πόνο, θα διπλασιάζεται ο πόνος.
Ενώ με έναν καλό λογισμό, αν λ.χ. θυμάσαι αυτούς που πονούν πιο πολύ από σένα ή αν ψάλης λίγο, ο πόνος ξεχνιέται.
- Γέροντα, ο πόνος συνήθως σε προειδοποιεί ότι κάτι συμβαίνει στον οργανισμό. Στην συνέχεια πόση προσοχή πρέπει να του δίνης;
- Πρέπει να δοκιμάζη κανείς την αντοχή του και ανάλογα να προσέχη. Ιδίως, όταν περάση η ηλικία, χρειάζεται προσοχή, γιατί ένα παλιό αυτοκίνητο, αν συνεχίση να τρέχη με την ίδια ταχύτητα που έτρεχε, όταν ήταν καινούργιο, θα φύγουν οι ρόδες από ‘δώ, το καρμπιρατέρ από ‘κεί... Το διάστημα που μου πονούσε η μέση, δεν μπορούσα να κάνω κομποσχοίνι όρθιος.
Όταν είδα ότι λιγάκι βελτιώθηκε, σηκώθηκα και έκανα τα κομποσχοίνια όρθιος και μεγάλες μετάνοιες, οπότε με ξαναπόνεσε. Κάθησα λίγο. Μετά είπα: «Άντε να ξαναδοκιμάσω». Πάλι τα ίδια• πονούσα. Ύστερα δεν συνέχισα, αλλά είχα αναπαυμένο τον λογισμό μου.
- Ένας πόνος, Γέροντα, που ξέρω ότι δεν έχει άλλη επίπτωση στον οργανισμό, δεν με ανησυχεί. Όταν όμως δείχνη ότι υπάρχει μια σοβαρή βλάβη, με ανησυχεί.
- Κοίταξε, ο πόνος λ.χ. της μέσης μπορεί να μην έχη καμμιά επίπτωση στον οργανισμό, αλλά καθηλώνει το σώμα, ενώ τους άλλους πόνους τους υποφέρει το σώμα.
- Γέροντα, όταν υποφέρη το σώμα, υποφέρει συγχρόνως και η ψυχή;
- Όταν ο οδηγός είναι άρρωστος, δεν μπορεί να τρέξη το αυτοκίνητο. Η ψυχή υποφέρει, όταν πονάη το σώμα. Κατάλαβες;
Της λείπει η διάθεση που έχει, όταν το σώμα είναι καλά. Αδιαθετεί και η ψυχή κατά κάποιον τρόπο.
- Γέροντα, ο πόνος αγριεύει τον άνθρωπο;
- Όταν ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίση πνευματικά τον πόνο, μπορεί να αγριέψη. Όταν όμως τον αντιμετωπίση πνευματική, ηρεμεί και παρηγοριέται θεϊκά. Είναι πανηγύρι μετά η αρρώστια. Χαίρεται, γιατί θα πάη με τους Ομολογητές και τους Μάρτυρες. Οι άγιοι Μάρτυρες ξεχνούσαν τον πόνο, γιατί η αγάπη τους προς τον Χριστό ήταν μεγαλύτερη από τον πόνο και τον εξουδετέρωνε.
- Αυτός που πονάει και δεν αντιμετωπίζει πνευματικά τον πόνο, δεν εξαγνίζεται;
 - Ο κοσμικός εξαγνίζεται, όχι όμως και ο μοναχός.

Αποφυγή της απογνώσεως

«Αν έχεις αμαρτίες, να μην απελπιστείς, αυτά δεν παύω να σας τα λέω συνεχώς, και αν κάθε μέρα αμαρτάνεις, να μετανοείς καθημερινά. Γιατί η μετάνοια είναι το φάρμακο κατά των αμαρτημάτων είναι η προς τον Θεόν παρρησία, είναι όπλο κατά του διαβόλου, είναι η μάχαιρα πού του κόβει το κεφάλι, είναι η ελπίδα της σωτηρίας, είναι η αναίρεση της απογνώσεως. Η μετάνοια μάς ανοίγει τον ουρανό και μάς εισάγει στον Παράδεισο. Γι' αυτό (σου λέω), είσαι αμαρτωλός; μην απελπίζεσαι. Ίσως βέβαια αναλογιστείς. Μα τόσα έχω ακούσει στην Εκκλησία και δεν τα ετήρησα. Πώς να εισέλθω και πάλι και πώς και πάλι να ακούσω; Μα γι' αυτό ακριβώς πρέπει να εισέλθεις επειδή, όσα άκουσες δεν τα ετήρησες. Να τα ξανακούσεις, λοιπόν, και να τα τηρήσεις. Εάν ο ιατρός σου βάλει φάρμακο στην πληγή σου και παρά ταύτα δεν καθαρίσει, την επομένη ημέρα δεν θα σου ξαναβάλει πάλι; Μη ντρέπεσαι, λοιπόν, να ξαναέλθεις στην Εκκλησία. Να ντρέπεσαι όταν πράττεις την αμαρτία. Η αμαρτία είναι το τραύμα και η μετάνοια το φάρμακο. Αν, λοιπόν, έχεις παλιώσει σήμερα από την αμαρτία, να ανακαινίσεις τον εαυτό σου με τη μετάνοια. Και είναι δυνατό, μπορεί να πει κανείς να σωθώ, αφού μετανοήσω; Και βέβαια είναι. Μα, όλη τη ζωή μου την πέρασα μέσα στις αμαρτίες, και εάν μετανοήσω θα βρω τη σωτηρία; Και βέβαια. Από που γίνεται αυτό φανερό; Από τη φιλανθρωπία του Κυρίου σου... Γιατί η φιλανθρωπία του Θεού δεν έχει μέτρο. Και ούτε μπορεί να ερμηνευτεί με λόγια η πατρική Του αγαθότητα. Σκέψου μια σπίθα πού έπεσε μέσα στη θάλασσα, μήπως μπορεί να σταθεί εκεί ή να φανεί; Όση σχέση έχει, λοιπόν, μια σπίθα με το πέλαγος, τόση σχέση έχει η αμαρτία σου σε σύγκριση με τη φιλανθρωπία του Θεού. Και καλύτερα, θα έλεγα, όχι τόση, άλλα πιο πολλή. Γιατί το πέλαγος, ακόμη και αν είναι απέραντο, έχει όριο, μέτρο και σύνορα. Η φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απεριόριστη. Γι' αυτό σου επαναλαμβάνω. Είσαι αμαρτωλός; Μην απελπίζεσαι» (περικοπή από την 8η ομιλία για τη μετάνοια.

Γιατί η Εκκλησία είναι τόσο κολλημένη στο θέμα των σαρκικών σχέσεων; 

Υποστηρίζουν ότι η Εκκλησία είναι κολλημένη στο θέμα του έρωτα. Μήπως όμως αυτό το γεγονός αποτελεί απόδειξη ότι η Εκκλησία είναι η Αλήθεια; Αποδεικνύει πάντως, αν όχι κάτι άλλο, τουλάχιστον το γεγονός ότι δεν αποτελεί δημαγωγικό οργανισμό, όπως τόσοι άλλοι. Γιατί φυσικά, αν η Εκκλησία ήθελε να « τραβήξει κόσμο » για « να έχει πελατεία » , δε θα είχε τόσο άβολες θέσεις σ’ αυτό το θέμα.
Ας δούμε τι γράφει ο Μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος επ’ αυτών: « Η συγκλίνουσα άποψη των ερμηνευτών πατέρων είναι ότι, αν δε συνέβαινε η πτώση, ο Θεός δε θα δημιουργούσε τα δύο φύλα. Το αρχικό Του σχέδιο ήταν ο άνθρωπος να μοιάζει περισσότερο με τους αγγέλους κι έτσι, όπως οι άγγελοι, να πολλαπλασιάζεται χωρίς την ανάγκη του φύλου. Προγνωρίζοντας όμως ο Θεός την πτώση δημιουργεί προπτωτικά τα δύο φύλα χωρίς να υπάρχει ακόνη στον Αδάμ και την Εύα, η συνειδητοποίηση της σαρκικής τους παχύτητας. Μεταπτωτικά, τα φύλα είναι διαφορετικά. Η ύπαρξή τους και συνεπώς τα ανατομικά και φυσιολογικά τους χαρακτηριστικά ένα σκοπό έχουν: την αύξηση του ανθρώπινου γενους.
Ο αγώνας πλέον του κάθε χριστιανού είναι « η αναμόρφωση του αρχαίου κάλλους » , η επιστροφή στην πρωτόκτιστη δόξα του πρώτου Αδάμ. Ο αγώνας αυτός περνά μέσα απ’ την απαλλαγή των χαρακτηριστικών της παχύτητας του φύλου. Η απαλλαγή από την προπτωτική ζωώδη φύση μας γίνεται μόνο μέσα από την υπέρβαση ή τον εξαγιασμό της σεξουαλικότητας ως συνέπειας της πτώσεως. Αυτός είναι ο λόγος που η Εκκλησία μας τόσο σοφά θέτει τις αρετές της παρθενίας, αγνότητας και εγκράτειας τόσο ψηλά και εφιστά την προσοχή του κάθε πιστού στην ανάγκη υπερβάσεως των σεξουαλικών παθών » .
Με την αναπαραγωγή εκπληρώνεται το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο, το γεννητικό μας υλικό επιτελεί το σκοπό της υπάρξεώς του και ο άνθρωπος γίνεται συνδημιουργός του Θεού ιερουργώντας τη δημιουργία νέων « κατ’ εικόνα » Θεού προσώπων. « Το γεγονός της ανθρώπινης αρχής είναι το κατ’ εξοχήν ιερό γεγονός της ιστορίας του κάθε ανθρώπου και καθιστά τη συζυγική σχέση ιερουργική κίνηση και μυστήριο. Αυτός είναι ο λόγος που απαιτείται για την επιτέλεσή της άλλη μυστηριακή πράξη που βασικά παρέχει την εξουσία και χορηγεί την αρμοδιότητα. Όπως ο ιερέας πριν τη χειροτονία του δεν μπορεί να τελέσει καμιά εκκλησιαστική ιερουργική πράξη, όπως χωρίς να βαπτιστεί κανείς δεν μπορεί να μεταλάβει, έτσι και οι σύζυγοι πριν το γάμο δεν είναι εξουσιοδοτημένοι να συνέλθουν στην ιερή πράξη της σχέσης. Το ένα μυστήριο προϋποθέτει το άλλο.
Ο γάμος δε φτιάχνει μόνο τον άνθρωπο της πτώσεως. Γεννά και τον άνθρωπο της χάριτος. Του δίνει τη δυνατότητα να μοιάσει περισσότερο στο Θεό απ’ όσο βιολογικά το γονιδίωμά του προσιδιάζει προς αυτό των ζώων. Έχει τη δυνατότητα κατά χάριν να μετέχει της θείας φύσεως. Το αυτεξούσιό του μπορεί να μεταβάλει το γονιδίωμά του. Το γονιδίωμα του ανθρώπου είναι ζωικό για να υπενθυμίζει και να ταπεινώνει. Το αυτεξούσιό του είναι θεϊκό για να μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε Θεό, για να επιβεβαιώνει την υπόσχεση του Θεού στον άνθρωπο.
Αυτός είναι ο σκοπός ύπαρξης του φύλου, ένας σκοπός ιερός που δεν μπορεί να υποβαθμίζεται μέσα στη χυδαιότητα των εγωιστικών σχέσεων που συναντάμε σήμερα, αλλά να ασκείται προς υπέρβαση του φύλου και επιστροφή στην « πρωτόκτιστη δόξα του πρώτου Αδάμ » .
Εξάλλου, όπως λέει κι ο γέροντας Παΐσιος, « η σαρκική επιθυμία, πάθος είναι! Αμ τι είναι;! ΠΑΘΟΣ… Πηγάζει από το σαρκικό φρόνημα του ανθρώπου. Αν κάποιος είναι πνευματικός άνθρωπος, δεν έχει τέτοιες επιθυμίες. Όχι από ανικανότητα, ότι δεν μπορεί, αλλά λόγω της πνευματικής του κατάστασης δεν επιθυμεί.
Όλοι οι άνθρωποι έχουν σαρκικό φρόνημα. Αυτό κληρονομείται από τους γονείς. Βλέπεις, αν κανένα παιδάκι έχει γεννηθεί από σαρκικούς γονείς, παιδί ακόμα και έχει τέτοιες επιθυμίες. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα. Γιατρεύεται. Είναι απαλό σαν την τσουκνίδα, δεν έχει σκληρύνει ακόμη να γίνει αγκάθι, και φεύγει εύκολα μ’ έναν καλό πνευματικό, να ‘χει διάκριση όμως να καταλαβαίνει τι είναι τι, γιατί στην αρχή όλα τα φυτά, δύο φυλλαράκια έχουν.
Όλοι οι άνθρωποι, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο έχουν σαρκικό φρόνημα. Άλλος ας πούμε είναι 30% πνευματικός, άλλος 40, άλλος 60, το περισσότερο που συνάντησα είναι 75%. Μόνο ο Ιωακείμ και η Άννα ήταν τελείως πνευματικοί άνθρωποι και γεννήθηκε μετά από προσευχή αυτό το αγιότατο πλασματάκι η Παναγία.
Χωρίς το φαγητό ο άνθρωπος πεθαίνει ή χωρίς νερό. Χωρίς τα σαρκικά δεν παθαίνει τίποτα. Μόνο ταλαιπωρείται ψυχικά, όπως ταλαιπωρείται και από τα άλλα πάθη· το θυμό, τον εγωισμό, την κενοδοξία, την ανθρωπαρέσκεια. Μετά το γάμο συγχωρείται μόνο για την τεκνογονία ή κατ’ οικονομίαν ».

“Δεν έχω χρόνο για προσευχή” 

Το ακούμε συχνά το παράπονο, που φαίνεται δικαιολογημένο για πολλούς. Είναι φορτωμένοι με αρκετές ευθύνες και όλη τη μέρα τρέχουν να προλάβουν τις δουλειές τους. Δυσανασχετούν για την κατάσταση αυτή, που κάποτε την αισθάνονται αφόρητη και διαμαρτύρονται: Δεν μου μένει λίγος χρόνος για τον εαυτό μου, δεν προλαβαίνω να κοιτάξω λίγο την ψυχή μου, δεν έχω καθόλου χρόνο για προσευχή.
Ποια είναι η ορθή αντιμετώπιση του προβλήματος, που παρουσιάζεται ιδιαίτερα έντονο σ’ αυτούς που δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ, σ’ αυτούς που χάνουν πολλές ώρες στις χρονοβόρες μετακινήσεις μέσα στις μεγαλουπόλεις, στις πολύτεκνες μητέρες, όταν μάλιστα είναι αναγκασμένες να εργάζονται, στους νέους που σπουδάζουν και τρέχουν στις σχολές, στα φροντιστήρια, στις ξένες γλώσσες κλπ.;
Είναι αλήθεια ότι, για να παλέψει κανείς σωστά στη ζωή του και για να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα προβλήματά της, πρέπει να εργασθεί συστηματικά και με επιμέλεια, πρέπει να δώσει χρόνο. Γι΄ αυτό και αισθάνεται συχνά να τον σφίγγουν από παντού οι ανάγκες και χρόνος να μην του μένει.
Είναι όμως απόλυτα σωστή η δικαιολογία; Διότι διαπιστώνουμε ότι συχνά όλα τελικά μπορεί κανείς να τα προλαβαίνει, και μόνο για την ψυχή του να μην του μένει χρόνος. Λίγη προσευχή δεν ευκαιρεί να κάνει. Μέσα όμως στη δίνη των ποικίλων απασχολήσεων βρίσκουμε χρόνο να ξεκουρασθούμε, να ψυχαγωγηθούμε, να ακούσουμε τις ειδήσεις, να εκτονωθούμε κάποτε με πολλές, ίσως άχρηστες, συζητήσεις. Να προσευχηθούμε δεν προλαβαίνουμε! Αφήσαμε ποτέ, έστω για μία μόνο μέρα, λόγω των πολλών απασχολήσεών μας, το φαγητό; Κανείς δεν το κάνει αυτό. Όσες και αν είναι οι δουλειές μας, έστω και βιαστικά, θα φάμε κάτι. Το φαγητό, που στηρίζει το σώμα, δεν το παραλείπουμε. Την προσευχή, που τρέφει και στηρίζει την ψυχή, πώς τόσο εύκολα την αμελούμε; Δεν έχει η ψυχή πολύ μεγαλύτερη αξία από το σώμα, που με κάθε θυσία το φροντίζουμε;
Χρειάζεται επομένως μια πιο σωστή ιεράρχηση των απασχολήσεών μας. Η ψυχή αξίζει πιο πολύ από το σώμα, η αιωνιότητα από την πρόσκαιρη ζωή. Μην αμελούμε την ψυχή μας. Μην αφήνουμε την προσευχή. Όσες και αν είναι οι δουλειές μας, να βρίσκουμε λίγο χρόνο και για προσευχή· μάλιστα μ’ αυτήν ν’ αρχίζουμε τη μέρα μας, με προσευχή και να την τελειώνουμε. Και ενδιάμεσα σε κάθε ευκαιρία, να στρέφουμε το νου και την καρδιά μας στον Θεό. Ο Ψαλμωδός, που ασφαλώς είχε κι αυτός τις υποθέσεις του και τα έργα του, «ἐπτάκις τῆς ἡμέρας ᾔνεσά σε», έλεγε. «Ἑσπέρας και πρωΐ και μεσημβρίας» προσευχόταν, δοξολογούσε τον Θεό. «Ἐξεγερθήσομαι ὄρθρου» πρόσθετε· θα σηκωθώ πολύ πρωί για να ψάλω ύμνους στον Θεό. Αλλά και τα μεσάνυχτα ακόμη ξυπνούσε για να προσευχηθεί. «Μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην» (Ψαλ. ριη΄ [118] 164, 62· νδ΄ [54] 18· νς΄ [56] 9).
Όταν η ψυχή αγαπά τον Θεό, βρίσκει ευκαιρίες συχνά να επικοινωνεί. Όταν καταλαβαίνει τι είναι η προσευχή.
Πράγματι! Έχουμε καταλάβει τι είναι να απευθύνεται ο μικρός και αμαρτωλός και αδύναμος άνθρωπος στον άπειρο και παντοδύναμο και Τρισάγιο Κύριο του ουρανού και της γης; Τι είναι να μιλάς στον Θεό και Εκείνος να σου απαντά; Να Του λες τα προβλήματα, τους πόνους και τα βάσανά σου και Εκείνος να σε ειρηνεύει, να παρηγορεί την ψυχή σου και να δίνει λύσεις λυτρωτικές και σωτήριες;
Αν ζητήσεις ακρόαση από έναν υπουργό για να του εκθέσεις τα προβλήματά σου και εκείνος σου ορίσει κάποια ώρα για να σε ακούσει, μπορείς να μην παρουσιασθείς στη συνάντηση αυτή, με την πρόφαση ότι έχεις πολλές δουλειές και δεν ευκαιρείς; Μα για τη δική σου εξυπηρέτηση σε καλεί και συ δεν πηγαίνεις; Εσύ έχεις ανάγκη από τη βοήθειά του και εσύ αρνείσαι την επικοινωνία;
Με την προσευχή δεν πηγαίνουμε σε κάποιον μεγάλο υπουργό, που τις περισσότερες φορές δεν μπορεί ουσιαστικά να μας βοηθήσει, και που, αν κάτι μπορεί να κάνει, αυτό αφορά τα πρόσκαιρα προβλήματα της επίγειας ζωής μας. Ούτε πηγαίνουμε σε κάποια αυστηρά καθορισμένη ώρα, που με πολλή δυσκολία κι αυτήν μπορέσαμε να εξασφαλίσουμε.
Με την προσευχή καταφεύγουμε στον Θεό όποια ώρα εμείς θέλουμε και για όση ώρα θέλουμε και όσες φορές θέλουμε, μέρα και νύχτα. Και καταφεύγουμε σ’ Αυτόν που πάντοτε πρόθυμα και με απέραντη αγάπη μας περιμένει και μας ακούει, θέλει να μας βοηθήσει και όλα τα μπορεί, και τα προσωρινά με πολλή ευκολία τακτοποιεί και τα αιώνια με μοναδική φιλανθρωπία εξασφαλίζει. Και εμείς λέμε: «Δεν έχω χρόνο για προσευχή»!
Μα γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να κάνεις, αδελφέ μου, προσευχή και αυτό πρώτο να ζητήσεις: Να σου δώσει χρόνο ο Θεός, που συνέχεια τρέχεις χωρίς να προλαβαίνεις, που αγχώνεσαι και αδημονείς και τίποτε μόνος σου δεν καταφέρνεις.
Αν δώσουμε λίγη ώρα στην προσευχή, θα διαπιστώσουμε ότι πολλαπλασιάζεται ο χρόνος μας. Διότι στη ζωή μας δεν παλεύουμε πια μόνοι μας. Αλλά με την προσευχή έχουμε σύμμαχο τον Θεό. Και βέβαια το να παλεύουμε με βοηθό και συμπαραστάτη τον Θεό, Αυτόν που ειρηνεύει τις ψυχές μας, φωτίζει το νου, ενισχύει τις δυνάμεις, ευλογεί και πλουτίζει τη ζωή μας και μας χαρίζει την ατελεύτητη αιωνιότητα, είναι ασύγκριτα καλύτερο.
Ούτε οι πολλές ασχολίες μας να μας απορροφούν ούτε η ραθυμία του κατώτερου εαυτού μας να μας παρασύρει, ώστε να παραιτούμεθα εύκολα από τον αγώνα της προσευχής. Ας μην ακούμε τον μισάνθρωπο διάβολο, που γνωρίζει καλύτερα από μας τη δύναμη της προσευχής και γι’ αυτό βρίσκει διαρκώς δικαιολογίες και παρακινεί σε αναβολές. Αλλά να κάνουμε αυτό που και ο νους μας καταλαβαίνει ως χρήσιμο και αναγκαίο και η ψυχή μας βαθύτερα ζητεί. Να καταφεύγουμε στον ελεήμονα και παντοδύναμο Θεό για να βρίσκουμε έλεος, χάρη, φως και ζωή, αιώνια και αληθινή.



Μια αληθινή φιλία


Σε μια εποχή εγωκεντρική σαν τη δική μας έχει ιδιαίτερη ανάγκη της φιλίας η νεανική ψυχή. Μα η αναζήτησή της και οι δοκιμές τη γεμίζουν τις περισσότερες φορές απογοήτευση.
Μια αληθινή αθάνατη φιλία μεταξύ δύο μεγάλων προσωπικοτήτων, που ξεκίνησε από τα εφηβικά τους χρόνια κι έμεινε πιστή και πέρα απ’ τον τάφο, θα μπορούσε πολλά να προσφέρει σ’ αυτή την αναζήτηση.
Γνωρίστηκαν στην Καισάρεια «την μητρόπολιν των επιστημών» μετά το 345 μ.Χ. οι δύο φίλοι, ο Γρηγόριος και ο Βασίλειος· έφηβοι τότε γύρω στα δεκαπέντε με δεκάξι τους χρόνια.
Η ευαίσθητη ψυχή του Γρηγορίου εντυπωσιάστηκε απ’ αυτή τη γνωριμία· όχι τόσο από την επιστημονική σκέψη και γνώση του Βασιλείου, την πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία του, όσο από τον ακέραιο χαρακτήρα του και της ψυχής του την ευγένεια! Ύστερα πήγαν για ανώτερες σπουδές ο Βασίλειος στην Κωνσταντινούπολη και ο Γρηγόριος στην Αλεξάνδρεια.
Οι πλούσιοι νέοι αυτή την εποχή επισκέπτονταν μεγάλα πνευματικά κέντρα για ν’ ακούσουν πολλούς διδασκάλους. Έτσι κατευθύνθηκαν κι οι δύο στην Αθήνα, το κέντρο ενός ανεπανάληπτου πολιτισμού. Τον 4ο μ.Χ. αι. η πνευματική κίνηση ήταν πολύ ζωηρή. «Η προγονική αίγλη, η ανάμνησις των μεγάλων προσωπικοτήτων της αρχαιότητος και η ωραιότης της πόλεως με τα λαμπρά μνημεία και καλλιτεχνήματα… και οι φημισμένοι σοφισταί…» ήταν κέντρο προσελκύσεως των νέων.
Ο Γρηγόριος έφτασε στην Αθήνα ένα χρόνο νωρίτερα από τον Βασίλειο και τον περίμενε ανυπόμονα.
Το Πανεπιστήμιο των Αθηνών τότε, γύρω στο 350 μ.Χ., είχε πολυάριθμες αυτοτελείς σχολές με χαλαρό σύνδεσμο μεταξύ τους και έδινε περισσότερο εγκυκλοπαιδική γνώση παρά ειδική, αλλά υψηλής στάθμης.
Πολλοί όμως από τους φοιτητές, μόνο τον τίτλο των φοιτητών είχαν. Υπήρχε ακόμα ισχυρό ειδωλολατρικό πνεύμα. Οι ειδωλολατρικές γιορτές, τα γλέντια, τα σφαιριστήρια, οι ιπποδρομίες, τα θεάματα τραβούσαν τους νέους. Ο Γρηγόριος γράφει ότι ήταν «δυσκάθεκτοι ταις ορμαίς».
Για τους νεοφερμένους ήταν δυσκολότερα τα πράγματα. Οι διάφορες φατρίες θέλουν να τους πάρουν με το μέρος τους, να τους κάνουν υποχείριά τους. Οι φοιτητές μάλιστα της φιλοσοφικής είχαν τη συνήθεια με πειράγματα να υποδέχονται τους καινούργιους. Να τους οδηγούν «εν πομπή» διά μέσου της αγοράς στα δημόσια λουτρά με πολύ θόρυβο και μεγάλη θρασύτητα…
Για το νεοφερμένο ήταν μια αναπάντεχη και τρομερή δοκιμασία. Φώναζαν, κραύγαζαν μάλλον με άγριες φωνές, κι άλλοι τον πρόσταζαν να προχωρήσει, κι άλλοι τον εμπόδιζαν. Τελικά τον άφηναν να περάσει κι ύστερα κάθονταν στο καθιερωμένο συμπόσιο όλοι μαζί, «ομότιμον εκ του λουτρού και ως αυτόν ένα δεχόμενοι».
Ο Γρηγόριος περιμένοντας το Βασίλειο σχεδιάζει πώς θ’ αποφύγει αυτή τη διαπόμπευση και δοκιμασία. Ετοιμάζει το έδαφος. Τονίζει στους φίλους την ανωτερότητα του Βασιλείου, την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, τη μεγάλη του μόρφωση, τα εξαιρετικά προσόντα του!

Έτσι κατορθώνει να τον επιβάλλει· και όταν μαζί εμφανίζονται κανένας δεν έχει διάθεση να τον χλευάσει· «και μόνος σχεδόν των επιδημούντων τον κοινόν διέφυγε νόμον» και αξιώθηκε πολύ μεγαλύτερης τιμής, απ’ όση άξιζε σε νεοφερμένο. Ήταν «αιδέσιμος» από την ώρα που τον πρωτοαντίκρυσαν!…


Μοναξιά: Η Μοίρα και το Τίμημα του Εγωκεντρισμού





Η έκταση του προβλήματος
Η μοναξιά είναι παρούσα σε κάθε εκδήλωση της καθημερινότητάς μας. Ο μοναχικός θάνατος, που βιώνεται κυρίως στα νοσοκομεία ή στα γηροκομεία, γίνεται πλέον, όλο και περισσότερο «κτήμα» και καθημερινή πραγματικότητα μιας ατομικιστικής κοινωνίας, της οποίας τα μέλη βλέπουν το διπλανό τους, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο καθηγητής κοινωνιολογίας Gerhard Shule, «μόνο σαν ένα είδος καταναλωτικού αντικειμένου» με ημερομηνία μάλιστα λήξεως, ανάλογα με το πόσο διαρκεί η ικανότητά του να εξυπηρετεί ή να διασκεδάζει τον άλλον. Ο μοναχικός θάνατος είναι, όχι σπάνια πλέον, η κατάληξη μιας μοναχικής και εγωιστικής ζωής, καθώς όλο και πιο πολλοί άνθρωποι ζουν μια τέτοια ζωή.
Εκατομμύρια άνθρωποι σ’ όλο τον κόσμο βρίσκονται στην ίδια μοίρα. Η μοναξιά δεν είναι πλέον ο τραγικός «σύντροφος» μόνο των απογοητευμένων και ναυαγών του κόσμου τούτου, οι οποίοι με δυσκολία υπομένουν και υποφέρουν την ύπαρξή τους. Ακόμη και στον κύκλο των πολυδιαφημισμένων και κοινωνικά ανεβασμένων yuppies (ανώτερα διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων και οικονομικών οργανισμών) βιώνεται τραγικά η ίδια διαπίστωση: ο άνθρωπος ζει και αισθάνεται μόνος, αυτοαποκλεισμένος και αυτοπεριχαρακωμένος από τους άλλους καθώς, στις μέρες μας, είναι όλο και πιο δύσκολη η σφυρηλάτηση γνήσιων ανθρωπιστικών δεσμών και σχέσεων. Ο μοντέρνος άνθρωπος των μεγαλουπόλεων, σε όλες τις ηλικίες, τα επαγγέλματα και τις κοινωνικές τάξεις, βυθίζεται όλο και πιο πολύ σε μια θεληματική απομόνωση και περιχαράκωση. «Οι μεγαλουπόλεις είναι γεμάτες από αποπροσανατολισμένους μοναχικούς ανθρώπους», ισχυρίζεται ο φιλόσοφος και κριτικός του πολιτισμού Peter Sloterdjik, «οι οποίοι, εκούσια ή ακούσια, δεν ανήκουν σε τίποτα και σε κανένα».
Στην έξαρση του φαινομένου αυτού της σύγχρονης συνέβαλαν αποφασιστικά τα ριζοσπαστικά μηνύματα της «πολιτιστικής» επανάστασης του Μάη του ‘68: η αυτοπραγμάτωση, η απελευθέρωση, η ισότητα των δύο φύλων και ο ελεύθερος έρωτας ήρθαν να καταλάβουν τη θέση των παραδοσιακών αξιών και ιδανικών. Ταυτόχρονα η ξέφρενη και μονομερής οικονομική ανάπτυξη του δυτικού κόσμου άρχισε να διαβρώνει και να δυναμιτίζει τις παραδεδομένες αστικές κοινωνικές δομές. Ο σύγχρονος άνθρωπος παρασυρμένος από το ολοένα αυξανόμενο εγωκεντρικό πνεύμα της εποχής του απαιτούσε, για ικανοποίηση της φιλαυτίας του, όλο και περισσότερα καταναλωτικά προϊόντα και αγαθά και έκανε τα πάντα για να τα αποκτήσει.
Κατι το εξωφρενικό και παράδοξο έρχεται σαν συνέπεια των παραπάνω: Όλο και περισσότεροι άνθρωποι μεταφέρονται και στοιβάζονται στα αστικά κέντρα, δηλ. σε πιο κλειστό και περιορισμένο χώρο, διότι βρίσκουν κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες για να… απομονώνονται.
Ο πολιτισμός του Εγώ, η ρίζα του ολέθρου
Ο σύγχρονος τρόπος εργασίας και διαβίωσης ανταποκρίνεται σε μια εγωκεντρική καταναλωτική νοοτροπία αγοραπωλησίας απολαυστικών βιωμάτων και ηδονών.
Σήμερα μπορεί ο μοναχικός άνθρωπος να απολαμβάνει, σύμφωνα με τις ακόρεστες επιθυμίες του, τα τεχνολογικά κομφόρ και αγοραίες «ανθρώπινες υπηρεσίες». Για σύνθημά του έχει την αυτοπραγμάτωση, και για σκοπό του την «όμορφη παραδεισένια ζωή».
Μια εποχή κυριαρχίας «πολιτισμού» του Εγώ: Ο εγωκεντρικός μοναχικός τύπος θεοποιείται. Ο καθένας συγκεντρώνει το ενδιαφέρον του στην ατομική του ζωή, και δεν επιτρέπει σε κανένα άλλο να του υποδείξει, πώς αυτή οφείλει να είναι. Στη θέση των παραδοσιακών και μέχρι χθες κοινά αναγνωρισμένων σκοπών και στόχων ζωής, υπάρχει ένας άδειος χώρος, τον οποίο αναλαμβάνει ο καθένας από μόνος του να γεμίσει. «Σήμερα κάθε τι, το οποίο ισχύει ή μπορει να ισχύει για δύο εκλαμβάνεται αμέσως ως λάθος(!). Ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια(!). Τα πάντα κλονίζονται, τα πάντα αμφισβητούνται. Μόνο το εγώ μένει σταθερό(!). Όπως σε μια γιγαντιαία μηχανή με ανεξέλεγκτες φυγόκεντρες δυνάμεις, έτσι και ο εκκοσμικευμένος άνθρωπος αποκόπτεται και εκσφενδονίζεται μακριά απ’ όλες τις σχέσεις του με το παρελθόν και τις κοινωνικές εξαρτήσεις του. Όλοι οι θεσμοί, οι παραδεδομένοι τρόποι συμπεριφοράς, οι κοινωνικές σχέσεις, οι σχέσεις των δύο φύλων και οι θρησκευτικές κοινότητες γκρεμίζονται και καταρρέουν αφήνοντας πίσω τους το σύγχρονο άνθρωπο, σαν «Ροβινσώνα Κρούσο», πάνω στο ερημονήσι του εγώ του.
Ο άνθρωπος, σαν τύπος ατομιστή, δεν προβαλλόταν ποτέ τόσο σημαντικά όσο σήμερα και ταυτόχρονα ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο ασήμαντος και χωρίς αξία. Είμαστε μάρτυρες μιας γενικής υποβάθμισης και διάλυσης όλων των αξιών. Με πρώτη-πρώτη την οικογένεια. Σαν συνέπεια έρχονται οι μοναχικοί και ασυντρόφευτοι οδοιπόροι της σύγχρονης εγωκεντρικής ζωής. Ο μοναχικός άνθρωπος κάθεται στο ιδιωτικό του διαμερισμα, θωρακισμένος με όλα τα τεχνολογικά κομφόρ και απασχολείται με τον ίδιο τον εαυτό του, με φόντο την εικόνα και το θόρυβο της τηλεόρασης και του υπολογιστή. Και πάλι τίποτε άλλο δεν τον συγκινεί όταν δουλεέυει στο γραφείο του, ή όταν αφοσιώνεται στην καριέρα του, ή όταν δαπανά τον ελεύθερο χρόνο του στην εξασφάλιση κάλπικων και αγοραίων ικανοποιήσεων, παρά μονάχα ο εαυτός του. Ο εαυτός του είναι το κέντρο όλων των απασχολήσεων και των ενδιαφερόντων του.
Τα συνθήματα και οι «αξίες» του σημερινού ανθρώπου, που είναι η αυτονομία και η απελευθέρωση, σημαίνουν -στα πλαίσια του «πολιτισμού» του εγώ- επιδίωξη ατομιστικής ευτυχίας και εγωιστικής αυτάρκειας, που προσπαθεί να τα κατακτήσει με τη συσσώρευση χρημάτων, την επαγγελματική ανέλιξη και τη συνεχή αναζήτηση νέων απολαύσεων και ηδονών. Ο σύγχρονος όμως «πολιτισμός» του Εγώ καταλήγει σε ένα αναπόφευκτο τραγικό αποτέλεσμα: τη μοναξιά. Αυτή φαίνεται να είναι η μοίρα αλλά και η καταδίκη του σημερινού ανθρώπου. Και τη μοναξιά αυτή δεν μπορεί -έστω και αν προσπαθεί με όλα τα τεχνολογικά επιτεύγματά του- ούτε να την αποφύγει ούτε να την υπερνικήσει.
Η υποβάθμιση και παραθεώρηση του κοινοτικού πνεύματος και της κοινωνικής αντίληψης
«Ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός», όπως συγκεκριμένως ονομάζει τη μοναξιά η ψυχοθεραπεύτρια Vera Pfeiler, είναι για το σύγχρονο άνθρωπο ένα ταμπού, που φοβάται να το πλησιασει. Στην άτεγκτη ερώτηση «Είστε μόνος;», αναφέρει ο ψυχολόγος Eberhard Elbind, απαντά ο σύγχρονος «κουμπωμένος» άνθρωπος: «Κατι τι σας ενδιαφέρει εσάς;».
«Η μοναξιά», συνεχίζει ο Elbind, «είναι η κατάληξη της ανθρώπινης ευτέλειας, των πολλαπλών αδιεξόδων, της παραίτησης από τη ζωή, και η έκφραση των κοινωνικών και προσωπικών αποτυχιών». Η σύγχρονη θρησκεία του Εγώ και η κακώς νοούμενη αυτοπραγμάτωση έχουν όχι μόνο απομονώσει τους ανθρώπους μεταξύ τους, αλλά και τους έχουν οδηγήσει σε αποξένωση από όλες τις πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις τους.
Με τη συνεχή αυτοαπασχόλησή του ο άνθρωπος καταστρέφει σιγά-σιγά όχι μόνο την αξία και το ιδανικό της κοινοτικής και ομαδικής ζωής, αλλά και τις στοιχειώδεις ικανότητές του για τη δημιουργία βαθύτερων διαπροσωπικών σχέσεων και δεσμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας στους τρεις κατοίκους των μεγάλων πόλεων είναι νευρωτικός και με κατεστραμμένες διαπροσωπικές σχέσεις.
Οι άμεσες και ανθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα στους συγγενείς και τους φίλους έχουν αντικατασταθεί από την «ψυχρή επικοινωνία» μέσω τηλεφώνου ή ίντερνετ.
Τα κοσμικά πάρτι κυλάνε σε κλίμα ευπρεπούς και κόσμιας εχθρότητας(!).
Οι εγωκεντρικές αξιώσεις και απαιτήσεις έχουν διαποτίσει και αλλοτριώσει τόσο πολύ το σύγχρονο άνθρωπο, ώστε οι ιδέες περί συντροφικότητας, φιλικότητας και βαθύτερων διαπροσωπικών σχέσεων να χλευάζονται σαν ρομαντική ουτοπία. Το πρόσωπο έχει αντικατασταθεί από το πράγμα. Όσο η «άψυχη ύλη» παίρνει τη μορφή καταναλωτικού αγαθού και γίνεται ελκυστικότερη, τόσο και ανεβαίνει στη θέση του εμπιστότερου και χρησιμότερου συντρόφου του ανθρώπου.
Η υποβάθμιση της αξίας της κοινότητας και του κοινωνικού πνεύματος, η ατομικιστική αντίληψη και η, συνεπεία αυτής, πολεμική περιχαράκωση έναντι του άλλου σαν εχθρού, και η διάλυση του θεσμού της οικογένειας, είναι για τον Ulrich Beck, «τα συμπτώματα μιας αβίωτης και εγωκεντρικής ζωής και τα αποτελέσματα μιας μακρόχρονης μύησης των μελών της σύγχρονης κοινωνίας μας στον ατομισμό».

Τα συμπτώματα και υπόδειξη για την αντιμετώπιση

Ο Schulze βλέπει ως μοναδική λύση στο πρόβλημα, την «εκ νέου ανακάλυψη της ιδέας της κοινότηατας». Η επίμονη αναζήτηση πολλών ανθρώπων για ομαδικότητα και κοινοτική ζωή -από τις φοιτητικές ενώσεις έως τις παραθρησκευτικές οργανώσεις, από τις ομάδες ψυχολογικής υποστήριξης έως τα ανοιχτά τμήματα λαϊκής εκπαίδευσης- φανερώνουν με τον πιο έκδηλο τρόπο μια συγκεκριμένη έλλειψη και μια βαθιά αναζήτηση.
«Σε κάθε μας βήμα ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη μοναξιά, είτε το θέλουμε είτε όχι», λέει ο Elbing. «Ερχόμαστε αντιμέτωποι με την άτεγκτη ερώτηση. Πώς μπορώ να επικοινωνήσω με τους άλλους ανθρώπους». Την απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να τη βρει ο καθένας μόνος του.
Στις μέρες μας ζούμε μια πραγματική πανδημία μοναξιάς. Και όσο ο σημερινός άνθρωπος δεν αποδέχεται ως οδηγητική αλήθεια τα λόγια του Χριστού, τόσο θα πληρώνει το τίμημα του υπεφίαλου «πολιτισμού» του Εγώ με το απάνθρωπο κατάντημα της μοναξιάς.

Μπορεί ο άνθρωπος από μόνος του να σωθεί;



Όχι. Καταφατικά στο ερώτημα απάντησε στην αρχαιότητα ο μοναχός Πελάγιος. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις του, η πτώση τού ανθρώπου στην αμαρτία άφησε ανέπαφη την ανθρώπινη φύση, δεν την κατέστρεψε. Έτσι ο άνθρωπος, διατηρώντας τις λογικές και ηθικές δυνάμεις του, έχει τη δυνατότητα να στραφεί ελεύθερα στο αγαθό, να διαπράξει την αρετή και να σωθεί, χωρίς να έχει ανάγκη της χάριτος τού Θεού.

Οι αντιλήψεις αυτές τού Πελαγίου είναι εσφαλμένες. Ο άνθρωπος, λόγω της βλάβης της πνευματικής του φύσεως (τού «κατ’ εικόνα»), όχι μόνο δεν μπορεί ν’ ανορθωθεί μόνος στο επίπεδο της πνευματικής ζωής, αλλά και ανορθωθείς έχει απόλυτη ανάγκη της χάριτος τού Θεού για να προκόψει στο αγαθό και να σωθεί. Η Αγία Γραφή μας ομιλεί σχετικά «Ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν». «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν τού Θεού». «Ο Θεός εστίν ο ενεργών εν ημίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας».
Άλλωστε η χάρη τού Θεού είναι αναγκαία για ν’ απαλειφθεί από τον άνθρωπο η κατάρα τού προπατορικού αμαρτήματος. Αν η παρουσία της θείας χάριτος δεν ήταν απόλυτα αναγκαία για τη σωτηρία τού ανθρώπου αλλά μόνο σχετικά (εν τη εννοία της απλής ενδυναμώσεως των φυσικών του δυνάμεων), τότε το λυτρωτικό έργο τού Χριστού σχετικοποιείται, αποβάλλοντας τον απόλυτα υπερφυσικό χαρακτήρα του. Τις αιρετικές αντιλήψεις τού Πελαγίου η Εκκλησία καταδίκασε στη σύνοδο της Καρθαγένης.

-Μπορεί ο φυσικός άνθρωπος να καταστήσει εαυτόν δικαιούχο της θείας χάριτος;

Όχι. Η αντίθετη άποψη φθείρει τον υπερφυσικό χαρακτήρα της απολυτρώσεως, την οποία κατεβάζει στο επίπεδο των φυσικών αγαθών, που είναι ομόλογα προς τη φύση των ανθρώπων. Ο όποιος αγαθός και ενάρετος άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αξιώσει από το Θεό τη σωτηρία του, η οποία είναι χάρισμα, δώρο ελεύθερο της αγάπης τού Θεού. Η σωτηρία δεν είναι μισθός για την όποια αξιοσύνη τού ανθρώπου. Φυσικά ο άνθρωπος που κάνει το ηθικό καλό με τις λογικές και πνευματικές δυνάμεις, που διατηρούνται στην πεσμένη φύση του, μπορεί να προπαρασκευάσει τον εαυτό του και να δεχτεί ευκολότερα τη σωτηρία, παρά ένας άλλος που ζει στην κακουργία της αμαρτίας και στα πάθη του. Με αυτή την έννοια πρέπει να εκλάβουμε το χωρίο Πράξ. 10,34 «επ’ αληθείας καταλαμβάνομαι, ότι ουκ έστι προσωπολήπτης ο Θεός, αλλ’ εν παντί έθνει ο φοβούμενος αυτόν και εργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αυτώ εστί». Ο εθνικός Κορνήλιος δεν έλαβε τη σωτηρία σαν αμοιβή της αρετής και της χρηστής συμπεριφοράς του. Ήταν απλά παρασκευασμένος με την αγαθή θέληση και τη διαγωγή του, πράγμα που δεν παρέβλεψε η πρόνοια τού Θεού, όπως δεν παραβλέπει και κάθε άλλο χρηστό άνθρωπο, τον οποίο στην κατάλληλη ώρα θα καλέσει σε σωτηρία.
-Ο φυσικός άνθρωπος μπορεί μόνος του ν’ αρχίσει τη σωτηρία του;

Όχι. Την έναρξη της σωτηρίας τού ανθρώπου μόνο η θεία χάρη μπορεί να ενεργήσει. Η χάρη αυτή καλείται προκαταρκτική. Η διδασκαλία κατά την οποία ο άνθρωπος μπορεί πρώτος να αρχίσει το έργο της σωτηρίας του και κατόπιν να έλθει η χάρη τού Θεού ν’ αποτελειώσει την αρξάμενη διαδικασία της σωτηρίας, είναι διδασκαλία ημιπελαγιανική, λανθασμένη και απόβλητη. Βεβαίως –όπως είδαμε και στο προηγούμενο ερώτημα– μετά την πτώση υπελείφθησαν δυνάμεις λογικές και ηθικές, βάσει των οποίων ο άνθρωπος δύναται να πράξει το «ηθικόν καλόν» και να ελκύσει ευχερέστερα τη λυτρωτική χάρη τού Θεού, παρά εκείνος, που ζει στη νάρκωση της αμαρτίας, όπως μαρτυρεί η περίπτωση τού Κορνηλίου και διαπιστώνει η μαρτυρία της ιστορίας κατά την οποία πολλοί εκ των Πλατωνικών εδέχθησαν τη σωτηρία, ενώ εκ των Επικουρείων (υλιστών φιλοσόφων) κανείς. Τα παραδείγματα όμως αυτά δεν σημαίνουν, ότι οι φυσικές δυνάμεις τού ανθρώπου αποτελούν τη γέφυρα, διά της οποίας ο άνθρωπος μπορεί να μεταπηδήσει στο κράτος της χάριτος και να καλύψει το χάσμα το διαχωρίζον την πεσμένη φύση από το Θεό. Τα ημιπελαγιανικά διδάγματα αλλοιώνουν τη φύση τού Θεού, ο οποίος παύει να είναι ο ιατρός ο θεραπεύων τον ημιθανή και τραυματισμένο άνθρωπο, αλλ’ ο οφειλέτης που οφείλει να ανταμείψει την αρετή του ανθρώπου, τη δε σωτηρία κατεβάζουν στο επίπεδο των φυσικών αγαθών, τα οποία μπορεί να πετύχει από μόνος του ο άνθρωπος.

                   Μη αναβάλεις την μετάνοια και την σωτηρία σου

             Αδελφέ μου, ετοίμασε χωρίς αναβολή την καρδία σου να δεχθεί και καλλιεργήοη αποδοτικά τον εξ αποκαλύψεως δοθέντα στον άνθρωπο λόγον του θεού, πρόσπεοον εις τον δημιουργόν Κύριον, θεόν αληθινόν και σωτήρα του κόσμου, «Όστις θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α ' Τιμ. 2, 4), ζητεί με πίστη, υπομονή και ελπίδα το έλεος Του για να σε ανάπαυση από τον ζυγό της δουλείας εις την αμαρτία σύμφωνα με την πρόσκληση που απευθύνει, «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11,28) και μη κακομεταχειρίζεσαι το θειο δώρο που έλαβες, την εσωτερική ελευθερία να επιλέξεις μεταξύ αγαθού και κακού, υπακοής και ανυπακοής στο θέλημα του θεού και κατά συνέπεια, ζωής και πνευματικού θανάτου, σωτηρίας και κολάσεως, γιατί θα είσαι υπεύθυνος για τα έργα σου και την κατάσταση στην οποία θα περιέλθεις.

Εφ' όσον λοιπόν έχεις τις ιδικές σου ευθύνες για την κακή χρήση της εσωτερικής ελευθερίας με την οποία έχεις προικισθεί από τον Δημιουργόν σου αλλά και της κοινωνικής και πολιτικής τοιαύτης που απολαμβάνεις ως πολίτης ενός Κράτους και ως μέλος της όλης ανθρωπινής κοινωνίας και θα κριθής κατά τα έργα σου από τον δίκαιο κριτή που «ερευνά, νεφρούς και καρδίας» (γνωρίζει και τους κρυφούς λογισμούς και επιθυμίες του ανθρώπου), (Άποκ. 2, 23), τότε φρόντισε αδελφέ μου με θερμό ενδιαφέρον και χωρίς αναβολή να κατανόησης και επιδίωξης το αιώνιο συμφέρον σου που επιτυγχάνεται με την εφαρμογή του θελήματος του θεού, δηλαδή την υπακοή στις εντολές Του που πρέπει να φροντίσεις να μαθαίνεις, για να λαβής έτσι την Χάριν Του, που παρέχεται στους αγωνιζόμενους τον καλό αγώνα με μετάνοια; άσκηση, προσοχή, αγάπη και συμμετοχή στα θεία μυστήρια και στη λατρεία γενικώς της απηλλαγμένης από κακοδοξίες και πλάνες 'Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας, της κιβωτού αυτής της σωτηρίας από τον κατακλυσμό της αμαρτίας και γίνεις κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών, που έχει ετοιμαστεί από καταβολής κόσμου υπό του Τριαδικού θεού του ελέους, της δικαιοσύνης και της αγάπης, στον οποίο ανήκει το κράτος, ή βασιλεία, ή δύναμις και ή δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Να συγκρίνουμε την δοκιμασία μας με την μεγαλύτερη δοκιμασία του άλλου



Το καλύτερο φάρμακο για την κάθε δοκιμασία μας είναι η μεγαλύτερη δοκιμασία των συνανθρώπων μας, αρκεί να την συγκρίνουμε με την δική μας δοκιμασία, για να διακρίνουμε την μεγάλη διαφορά και την μεγάλη αγάπη που μας έδειξε ο Θεός και επέτρεψε μικρή δοκιμασία σ’ εμάς. Τότε θα Τον ευχαριστήσουμε, θα πονέσουμε για τον άλλον που υποφέρει πιο πολύ και θα κάνουμε καρδιακή προσευχή να τον βοηθήση ο Θεός. Μου έκοψαν λ.χ. το ένα πόδι: «Δόξα Σοι ο Θεός, να πω, που έχω τουλάχιστον ένα πόδι• του άλλου του έκοψαν και τα δύο». Και αν ακόμη μείνω ένα κούτσουρο, χωρίς χέρια και πόδια, πάλι να πω: «Δόξα Σοι ο Θεός, που περπατούσα τόσα χρόνια, ενώ άλλοι γεννήθηκαν παράλυτοι».
Εγώ, από την στιγμή που άκουσα ότι ένας οικογενειάρχης έχει έντεκα χρόνια αιμορραγία, είπα: «Τι κάνω εγώ; Κοσμικός άνθρωπος αυτός και να έχη έντεκα χρόνια αιμορραγία, να έχη παιδιά, να πρέπη να σηκωθή το πρωί να πάη στην δουλειά, και εγώ ούτε επτά χρόνια δεν συμπλήρωσα που έχω αιμορραγίες!» .


Αν σκέφτωμαι τον άλλον που υποφέρει τόσο πολύ, δεν μπορώ να δικαιολογήσω τον εαυτό μου. Ενώ, αν σκέφτωμαι ότι εγώ υποφέρω και οι άλλοι είναι μια χαρά, ότι σηκώνομαι την νύχτα κάθε μισή ώρα, επειδή έχω πρόβλημα με το έντερο και δεν μπορώ να κοιμηθώ, ενώ οι άλλοι κοιμούνται ήσυχα, δικαιολογώ τον εαυτό μου, αν γογγύσω. Εσύ, αδελφή, πόσον καιρό έχεις τον έρπητα ;
- Οκτώ μήνες, Γέροντα.
- Βλέπεις; Ο Θεός σε άλλους τον αφήνει δύο μήνες, σε άλλους δέκα μήνες, σε άλλους δεκαπέντε. Καταλαβαίνω, είναι μεγάλος ο πόνος. Μερικοί φθάνουν σε απόγνωση. Ένας κοσμικός όμως που έχει έρπητα έναν-δύο μήνες και από τον πολύ πόνο απελπίζεται, να μάθη ότι ένας πνευματικός άνθρωπος τον έχει έναν χρόνο και κάνει υπομονή και δεν γογγύζει, τότε αμέσως παρηγοριέται. «Βρε, λέει, εγώ τον έχω δύο μήνες και έφθασα στην απελπισία• ο άλλος ο καημένος έναν χρόνο τον έχει και δεν μιλάει! Εγώ κάνω και αταξίες, ενώ εκείνος ζη πνευματικά!». Οπότε βοηθιέται χωρίς συμβουλή!




Οι Προϋποθέσεις της προσευχής


Διερωτηθήκατε ποτέ: «Γιατί σήμερα, μόλις σηκώθηκα από τον ύπνο, δεν είχα όρεξη να προσευχηθώ;

Το κεφάλι μου ήταν ήρεμο. Ή σκέψη εντελώς διαυγής. Το σώμα μου ξεκούραστο. Τίποτε δεν με πονούσε!... Γιατί λοιπόν δεν είχα όρεξη για προσευχή; Γιατί μου ήταν βαρύ να κάτσω να προσευχηθώ; Γιατί μετά από εφτά και πλέον ώρες ύπνο, είναι ακόμη μέσα μου θρονιασμένη ή πολυαγαπημένη μου ακηδία, ή ανορεξία για τα πνευματικά; Τι μου φταίει; Όχι ή οκνηρία μου»;
Ασφαλώς όχι. Κάπου άλλου πρέπει να αναζητήσομε την αιτία!


Ερώτηση: Δηλαδή δεν είναι ζήτημα μόνο οκνηρίας και τεμπελιάς; Υπάρχει και κάτι άλλο;

Απάντηση: Στην περίπτωση αυτή ή τεμπελιά δεν παίζει σημαντικό ρόλο. Κύρια σημασία έχουν οι νύξεις της συνείδησης. Φταίει το ότι δεν είναι καθαρή ή καρδιά. Γιατί από αυτήν βγαίνουν όλα τα κακά. Με άλλα λόγια: Καλά θα κάμεις: Να κάτσεις στο τραπεζάκι σου. Να πάρεις χαρτί και μολύβι. Και να προσπαθήσεις να θυμηθείς, Τι σου συνέβη. Τι κακό είπες χθες, το πρωί ή το βράδυ. Τι κακό διανοήθηκες. Και πιο πολύ, Τι κακό εξακολουθεί να σε απασχολεί ακόμη. Άμα αυτό το κάμεις, θα το βρεις, Τι είναι εκείνο πού σε κάνει να χάνεις την ικανότητα και το δικαίωμα να προσευχηθείς! Μη το ξεχνάς αυτό ποτέ! Ικανότητα και δικαίωμα προσευχής! Έτσι; Γιατί πολλές φορές έχομε την ικανότητα, αλλά δεν έχομε το δικαίωμα! Και δεν το έχομε, όταν κάποιον δεν θέλομε να τον συγχωρήσομε. Και όταν δεν κάνομε καμιά προσπάθεια να τον συγχωρήσομε. Γιατί; Μα απλούστατα, γιατί είμαστε μνησίκακοι!


Ερώτηση: Και λοιπόν; Σ' αυτή την περίπτωση δεν πρέπει να προσευχηθούμε, όταν έχομε την ικανότητα, αλλά δεν έχομε το δικαίωμα;

Απάντηση: Αυτό πού λες είναι λάθος. Άμα έχεις την ικανότητα, αλλά αισθάνεσαι πώς δεν έχεις το δικαίωμα να προσευχηθείς, γράφε το στην εξομολόγηση σου. Αυτό πού γράφεις στο χαρτάκι σου, πού προορίζεται για τον πνευματικό σου, το γράφεις στον Θεό. Και έτσι μόλις το γράψεις, αποκτάς αμέσως το δικαίωμα να προσευχηθείς. Και αρχίζει να τελείται μέσα σου ένα μυστήριο. Πρώτ' απ' όλα, με την ενέργεια σου αυτή επεσήμανες το λάθος σου, έκανες αυτομεμψία. Έτσι δεν είναι; Διετύπωσες τον πόθο σου να προσφέρεις στον Θεό την μετάνοια σου. Έτσι δεν είναι; Τον πόθο σου να ταπείνωσης τον εαυτό σου ενώπιον ενός ανθρώπου, για να λαβής την άφεση. Έτσι δεν είναι; Με άλλα λόγια, μ' αυτά πού γράφεις, δηλώνεις ότι έχεις κάμει στόχο σου να καταδικάσεις την αμαρτία σου! Και έτσι αρχίζεις να διαβάζεις! Λάθος. Όχι «να διαβάζεις». «Να προσεύχεσαι»• «να στενάζεις εν μετάνοια». Και έτσι επισημοποιείς το χαρτάκι σου.

Αυτή είναι ή ψυχολογία της κοινωνίας με τον Θεό.

Όταν όμως ξέρομαι, ότι προσβάλαμε ή πικράναμε κάποιον, και ξέρουμε ότι εκείνος σαν προσβεβλημένος δεν μπορεί να προσευχηθεί, αν δεν βρει τον τρόπο να αποκατασταθεί, να δικαιωθεί, να συνεξηγηθή, - δεν θα πρέπει να κάμουμε κάτι για να μπόρεση και εκείνος να προσευχηθεί; Έτσι δεν είναι; Αυτός σε μια τέτοια κατάσταση βρίσκεται στο σκοτάδι. Έτσι δεν είναι; Για σήμερα δεν είναι χριστιανός! Έτσι δεν είναι; Τον άφησε ό άγγελος του φύλακας. Έτσι δεν είναι; Μα για όλα αυτά φταίω εγώ! Είναι αυτό χριστιανισμός; Τι έχει παραβιασθεί; Ό νόμος της αγάπης! Έτσι δεν είναι; Ναι! Ό νόμος της αγάπης!

Έ, λοιπόν!

Κανενός είδους άσκηση, ούτε νηστεία, ούτε ελεημοσύνη, ούτε ή σπλαχνική καρδιά, ούτε οι θείες λειτουργίες, ωφελούν! Οφείλεις: να συνδιαλλαγής με τον Θεό• να συνειδητοποίησης και να κατακρίνεις την αμαρτία σου• να το κάμεις πόθο σου• και στην πρώτη κατάλληλη ευκαιρία, όσο το δυνατό πιο γρήγορα, να σπεύσεις να ζήτησης συγχώρεση. Να γιατί ό υπερήφανος δύσκολα συμφιλιώνεται με τον Θεό. Γιατί δεν μπορεί να ειπεί το• «Συγχώρεσέ με»! Σε ποιόν; Σε ένα άνθρωπο. Σε ένα όμοιο του! Και έτσι μένομε καρφωμένοι στο κακό! Μένομε σε μια άξια για θρήνους και μοιρολόγια εγωπάθεια!

Όλων των κακών αιτία είναι ή φιλαυτία. Και γι αυτό από την στάση μας απέναντι της εξαρτάται, και ή αιώνια ζωή και ή αιώνια σωτηρία μας. Για αυτό οι άγιοι πατέρες λένε, ότι όπου δεν υπάρχει ταπείνωση, δεν υπάρχει σωτηρία. Ας νηστεύει πολύ. Ας προσεύχεται πολύ. Ας διαβάζει το ψαλτήρι, παρακλήσεις, χαιρετισμούς. Τίποτε δεν θα τον ωφελήσουν. Έστω και αν φοράει κουρέλια• έστω και αν κοιμάται στο πάτωμα. Δεν θα τον ωφελήσουν! Θα είναι απλώς μια εκδήλωση φανατισμού.

Ό Κύριος μας μας έδωκε νόμο: τις εντολές των μακαρισμών! Ή μήπως δεν είναι νόμος; Σ' αυτούς δεν μας λέγει: να νηστεύεις• να φοράς ράκη• να έχεις ψείρες• να μη πλένεσαι• να αλλάζεις μια φορά τον χρόνο! Πουθενά δεν είναι εκεί γραμμένο κάτι τέτοιο! Μα ούτε και να ασπάζεσαι τις εικόνες- να ανάβεις κανδήλια και κεριά...

Τι λένε οι μακαρισμοί;

Μακάριοι οι ελεήμονες.

Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία.

Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.

Έτσι δεν είναι; Μακάριοι οί καθαροί τη καρδία• αξίζει να το προσέξει κανείς, ότι ό μακαρισμός αυτός τα περιέχει όλα. Και το πρώτο. Και το δεύτερο. Και το τρίτο! ... «Οί καθαροί» και - κυρίως - «οί πτωχοί τω πνεύματι». Δεν πρόκειται για καθαρότητα σωματική. Καθόλου! 'Αλλά για καθαρότητα καρδιάς. Έχεις το δικαίωμα να προσεύχεσαι; Τους αγαπάς όλους; Τους έχει συγχωρήσει όλους; Αυτή είναι ή καθαρή καρδιά. Μα αν είσαι πονηρός, αν έχεις πονηρή καρδιά, με κανένα τρόπο δεν θα μπόρεσης να προσευχηθείς. Γιατί είσαι εχθρός του Θεού. Και φίλος του διαβόλου.


Ερώτηση: Μερικές φορές ό άνθρωπος έχει την γνώμη, ότι τους αγαπάει όλους! Μα αν τον εξετάσομε βαθιά, αν τον «ξεσκονίσομε», θα ιδούμε ότι δεν αγαπάει κανένα!...

Απάντηση: Του φαίνεται από την φιλαυτία του, από την υπερηφάνεια του, από την γνώμη του για τον εαυτό του, από το μεγάλο «εγώ» του.


Ερώτηση: Πώς εξηγείται αυτό ψυχολογικά; Γιατί το βλέπεις, ότι αυτός πιστεύει, πώς τους αγαπάει όλους!....

Απάντηση: Ξέρεις, ποιο είναι το μυστικό της υποθέσεως; Πολύ απλό πράγμα! Ό άνθρωπος αυτός δεν έχει καθόλου διάθεση θυσίας.

Να μην έχετε στην καρδία σας το Εγώ... Ούτε σαν οδηγό, ούτε σαν υποβολέα... Αυτή είναι ή αρχή της ταπείνωσης, πού είναι ή ταπείνωση της καρδιάς. Χωρίς αυτό το σπάσιμο της εγωκεντρικότητας δεν είναι καν δυνατό, όχι να γίνει λόγος για ταπείνωση, αλλά ούτε να συλλάβομε το νόημα της!

Ή μετριοφροσύνη είναι κατά κανόνα αλληλένδετη με την σωφροσύνη. Έτσι δεν είναι; Εκείνος πού δεν είναι μετριοπαθής και σώφρων, δεν είναι δυνατό να είναι ταπεινός. Μπορεί να είναι στο βάθος υπερόπτης! Γι' αυτό ή ταπείνωση είναι κατά κανόνα αλληλένδετη με την ορθή εξωτερική συμπεριφορά, την σωφροσύνη! Να μη κάνης τον δάσκαλο σε κανένα. Μη διδάσκεις κανένα! Μην υπαγορεύεις! Μη διορθώνεις! Μη διορθώνεσαι (για να κάνης καλή εντύπωση)!...

Να αυτό είναι το πιο σύντομο μονοπάτι, πού οδηγεί στην ταπείνωση. Ή ταπείνωση της καρδιάς! Ή όχι; Να το καταλαβαίνω, πώς δεν είμαι παρά μια μύγα! Εκείνος πού καταφρονεί αυτές τίς εκδηλώσεις της μετριοπάθειας, δεν έχει καμιά σχέση με την ταπείνωση.

Και όποιος δεν έχει ταπείνωση, δεν έχει καμιά ελπίδα σωτηρίας. Μόνο με το έλεος του Θεού μπορεί να σωθεί!...

Πα μας το νόημα της ζωής και ό σκοπός της ζωής είναι το ίδιο πράγμα. Ή επίγεια ζωή μας είναι πολύ βραχεία. Και συνεπώς δεν μπορεί να έχει κανένα νόημα. Ή όχι; Στο σημείο αυτό ό χριστιανικός κόσμος διαφέρει πολύ από τον ειδωλολατρικό. Όποιος έχει επίγεια ευτυχία επάνω στην γη, καταλήγει στο νεκροταφείο σαν παράφρων.


Ερώτηση: Πώς πρέπει να εννοήσομε τα λόγια: «μη διορθώνεις» και «μη διορθώνεσαι»;

Απάντηση: «Να διορθώνεσαι», όταν τύχη να ειπείς κάτι το άσχημο, κάτι το ανακριβές... «Να διορθώνεσαι» κι ας σκέπτονται μερικοί, όπως θέλουν, για σένα. Είτε σκέπτονται για σένα καλά, είτε άσχημα, να μη σε απασχολεί! Βέβαια το «να μη διορθώνεσαι», είναι μια αρετή αρκετά δύσκολη και περίπλοκη.

Πάντως εκείνος πού «διορθώνεται» (νια να προκαλεί καλή εντύπωση στους άλλους) δεν έχει ταπείνωση. Γιατί «διορθώνω τον εαυτό μου» για να προκαλώ καλή εντύπωση, σημαίνει τρέμω μη με κρίνουν, μη σκεφθούν και ειπούν νια μένα κάτι κακό. Έτσι δεν είναι; Και γι' αυτό διορθώνομαι!

Έ λοιπόν, το πρώτο, το πιο σύντομο μονοπατάκι, για να φθάσομε στην ταπείνωση, είναι το να μη «διορθωνόμαστε»! Αυτή είναι ή ταπείνωση της καρδιάς... Και ή ταπείνωση της καρδιάς θα γέννηση στην ταπείνωση του φρονήματος, την ταπεινοφροσύνη. Ή όχι; Γιατί χωρίς την ταπείνωση της καρδιάς, - ή ταπεινοφροσύνη, ή ταπείνωση του νου, του φρονήματος, είναι εντελώς αδιανόητη!...