/>

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011


Περί Απελπισίας

"Να μην πτοείστε..."
Ο γέροντας Πορφύριος είπε: «Μην απελπίζεσαι»
«Όταν αμαρτάνεις, να μην απελπίζεσαι. Με θάρρος και ελπίδα στο Θεό να μετανοείς και να πηγαίνεις στον Πνευματικό που σου έχω υποδείξει, αν δεν μπορώ εγώ, και να τα εξομολογείσαι. Έτσι μόνο θα σωθείς».

«Δεν υπάρχει απελπισία μέσα στην Εκκλησία»

Εκείνο που έλεγε, κυρίως, ήτανε για τη σημασία της εξομολογήσεως. Έλεγε:
«Δεν υπάρχει απελπισία όταν είσαι μέσα στην Εκκλησία, ό,τι και να έχεις κάνει, ό,τι και να έχεις υποστεί. Δεν υπάρχει απελπισία. Στενοχώρια μπορεί να έχεις, αλλά απελπισία όχι. Ο Θεός, μέσα από την εξομολόγηση –τόνιζε πάρα πολύ τη σημασία του Ιερέα, το χέρι του παπά… ήταν σαν να έβγαινε από εκεί η Θεία Χάρη- σε βοηθά και ξεπερνάς αυτά τα οποία μπορεί να σε οδηγήσουν στα έσχατα όρια της απελπισίας»


Ο γέροντας Πορφύριος έλεγε για τις στιγμες που μας πιάνει απελπισία:



«Έχει ο Θεός. Εκεί που απελπίζεσαι, σου στέλνει κάτι που δεν το περιμένεις… αρκεί να Τον πιστεύεις και να Τον αγαπάς.Όπως και Εκείνος μας αγαπά και φροντίζει για εμάς, όπως ο κάθε πατέρας για τα παιδιά του. Και όλοι μας είμαστε παιδιά Του Θεού. Και ό,τι καλό έχουμε, το έχουμε από Τον Θεό. Είναι δικό Του το δώρο. Δεν έχεις ακούσει στην Εκκλησία ότι: “Πάσα δόσις αγαθή και πάν δώρημα τέλειον άνωθεν έστι κατά βαίνον, εκ σου του Πατρός των φώτων;” »



Κάποιος γέροντας είπε:



«Δεν έχω ασχοληθεί με πολλά πράγματα. Λίγα πατερικά ξέρω και προσπαθώ…, τέλος πάντων. Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι δεν υπάρχει φαρμάκι στον άνθρωπο. Το φαρμάκι γίνεται γλυκό, όταν το αντιμετωπίσεις πνευματικά. Βλέπουμε πολλές φορές ένα άνθρωπο να αμαρτάνει. Λυπείται όπως πραγματικά μετανοεί, νιώθει λύπη εξομολογείται και έχει θεια παρηγοριά. Και όταν δεν νοιώθει αυτή την παρηγοριά, τότε πρέπει να καταλάβει ότι κάποια εξέλιξη τον πειράζει μέσα του, τον πειράζει ο λογισμός και πρέπει να πάει να το πει αυτό, όποτε έρχεται η παρηγοριά. Προχωρούμε τώρα. 



Συμμετέχει σε μια στεναχώρια ενός αδελφού που υποφέρει, κάνει προσευχή, παρακαλεί και τον βοηθάει ο Θεός. Είπε πάλι , όταν κανείς είναι ελευθερωμένος από το παλιοάγχος, τότε αναπαύονται κοντά του και κάθε είδους άνθρωποι.»
Και εγω σαν ελαχιστος και απλος ανθρωπος για τους καιρους που ζουμε λεω:
Τα τελευταια χρονια δεν ακουμε τιποτα καλο και ευχαριστο. Πολεμοι, πλημμυρες, λιμοι, νοσος ταδε...και η λιστα δεν εχει τελειωμο. Δεν λεω οτι τα πραγματα δεν ειναι ετσι, ισα ισα που μπορει να ειναι και χειροτερα... 

Το θεμα ειναι να μην πτοουμαστε, να μην απελπιζομαστε και να μην χανουμε την πιστη μας στο Θεο...να μην πιστεψουμε οτι μας εχει εγκαταλειψει. Ξερω οτι αυτο ακουγεται τρομερα δυσκολο και ακατανοητο. Ο Θεος δεν μας εγκατελειψε, μας δοκιμαζει και μας δινει ευκαιριες για να μετανοησουμε. Δυστυχως ή ευτυχως ο Θεος δρα με μυστηριο τροπο που για πολλους ισως να μην ειναι κατανοητος. Για να κατανοηθει ομως ο τροπος με τον οποιο δρα, θα πρεπει να μελετησουμε το λογο του, την Παλαια και Καινη Διαθηκη...ειναι απαραιτητο. 

Ξερω οτι ακουγεται παραλογο για μερικους και ισως και για μενα καποιες φορες. Αν ομως πιστεψουμε οτι ο Θεος μας εγκατελειψε, τοτε οταν ο Αντιχριστος ερθει σαν σωτηρας του κοσμου, θα ειναι πολυ ευκολο να τον πιστεψουμε και να τον προσκυνησουμε.Μην πτοείστε, μην πανικοβαλεστε...Πιστη, προσευχη και επαγρυπνισητου και παντα!


Αντιμετώπιση περιπτώσεων απελπισίας



Ήρθε κάποιος νεαρός αναστατωμένος και μου είπε: «Γέροντα, δεν πρόκειται να διορθωθώ. Μου είπε ο πνευματικός μου: ‘’αυτά είναι και κληρονομικά…’’». Τον είχε πιάσει απελπισία. Εγώ, όταν μου πη κάποιος ότι έχει προβλήματα κ.λπ., θα του πω: «Αυτό συμβαίνει γι’ αυτόν και γι’ αυτόν τον λόγο• για ν’ αλλάξης, πρέπει να κάνης εκείνο κι εκείνο». Έχει λ.χ. κάποιος έναν λογισμό που τον βασανίζει και δεν κοιμάται, παίρνει χάπια για το κεφάλι, για το στομάχι και με ρωτάει: «Να κόψω τα χάπια;». «Όχι, του λέω, να μην κόψης τα χάπια. Να πετάξης τον λογισμό που σε βασανίζει και ύστερα να τα κόψης. Αν δεν πετάξης τον λογισμό, έτσι θα πας• θα ταλαιπωρήσαι». Γιατί, τι θα ωφελήση να κόψη τα χάπια, όταν κρατάη μέσα του τον λογισμό που τον βασανίζει;



Καλά είναι ο πνευματικός να μη φθάνη μέχρι του σημείου να ανάβη κόκκινο φως• να ανέχεται λίγο μία κατάσταση, αλλά φυσικά πρέπει και ο άλλος να δουλεύη σωστά, για να βοηθηθή. Ένας νεαρός ζόρισε κάποια φορά την αρραβωνιαστικιά του – ποιος ξέρει τι της έλεγε; - και εκείνη από την αγανάκτησή της πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε και στον δρόμο σκοτώθηκε. Μετά ο νεαρός ήθελε να αυτοκτονήση, γιατί ένιωθε ότι αυτός έγινε αιτία και σκοτώθηκε η κοπέλα. Όταν ήρθε και μου το είπε, αν και στην ουσία είχε κάνει έγκλημα, τον παρηγόρησα και τον έφερα σε λογαριασμό. Έπειτα όμως το έρριξε τελείως έξω, έγινε τελείως αδιάφορος, βρήκε εν τω μεταξύ και μια άλλη. Όταν ξαναήρθε μετά από δύο-τρία χρόνια, του έδωσα ένα τράνταγμα γερό, γιατί τότε δεν υπήρχε κίνδυνος να αυτοκτονήση. Χρειαζόταν το τράνταγμα, αφού δεν υπήρχε αναγνώριση. «Δεν καταλαβαίνεις, του είπα, ότι έκανες φόνο, ότι έγινες αιτία και σκοτώθηκε η κοπέλα;». Αν δούλευε σωστά, θα συνέχιζε να υποφέρη, αλλά θα ανταμειβόταν με θεϊκή παρηγοριά• δεν θα έφθανε σ’ αυτήν την κατάσταση την αλήτικη της αδιαφορίας.



Θέλει δηλαδή πολλή προσοχή. Κάνει κάποιος ένα σφάλμα και πέφτει στην απελπισία. Εκείνη την στιγμή μπορεί να τον παρηγορήσης, αλλά, για να μη βλαφθή, χρειάζεται και το δικό του φιλότιμο. Μια φορά είχε έρθει στο Καλύβι ένα νέο παιδί απελπισμένο, γιατί έπεφτε σε σαρκική αμαρτία και δεν μπορούσε να απαλλαγή από αυτό το πάθος. Είχε πάει σε δύο πνευματικούς που προσπάθησαν με αυστηρό τρόπο να το βοηθήσουν να καταλάβη ότι είναι βαρύ αυτό που κάνει. Το παιδί απελπίσθηκε. «Αφού ξέρω ότι αυτό που κάνω είναι αμαρτία, είπε, και δεν μπορώ να σταματήσω να το κάνω και να διορθωθώ, θα κόψω κάθε σχέση μου με τον Θεό».όταν άκουσα το πρόβλημά του, το πόνεσα το καημένο και του είπα: «Κοίταξε, ευλογημένο, ποτέ να μην ξεκινάς τον αγώνα σου από αυτά που δεν μπορείς να κάνης, αλλά από αυτά που μπορείς να κάνης. Για να δούμε τι μπορείς να κάνης, και να αρχίσης από αυτά. Μπορείς να εκκλησιάζεσαι κάθε Κυριακή;». «Μπορώ», μου λέει. «Μπορείς να νηστεύης κάθε Τετάρτη και Παρασκευή;». «Μπορώ». «Μπορείς να δίνης ελεημοσύνη το ένα δέκατο από τον μισθό σου ή να επισκέπτεσαι αρρώστους και να τους βοηθάς;». «Μπορώ». «Μπορείς να προσεύχεσαι κάθε βράδυ, έστω κι αν αμάρτησες, και να λες ‘’Θεέ μου, σώσε την ψυχή μου’’;». «Θα το κάνω, Γέροντα», μου λέει. «Άρχισε λοιπόν, του λέω, από σήμερα να κάνης όλα αυτά που μπορείς, και ο παντοδύναμος Θεός θα κάνη το ένα που δεν μπορείς». Το καημένο ηρέμησε και συνέχεια έλεγε: «Σ’ ευχαριστώ, πάτερ». Είχε, βλέπεις, φιλότιμο και ο Καλός Θεός το βοήθησε.